Loading...
 

Ενημέρωση

Ι. ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (oral)

ΤΡΙΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Ο1. Θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες σε HIV-θετικούς ασθενείς με ΙΦΝΕ: σύγκριση με HIV-αρνητικούς μάρτυρες

Καλόγηρος Γ., Παπαστεργίου Β., Προβή Δ., Κοζομπόλη Δ., Μυλωνάς Ι., Πάτση Μ., Βερετάνος Χ., Θέμελη Στ., Γεωργιλής Ε., Παπαρίζου Α., Βεργενάκη Ε., Ραλλάτου Μ., Αρβανίτης Κ., Κανελλόπουλος Π., Χρηστίδου Α., Αρχαύλης Ε., Μελά Μ., Βιέννα Ε., Χατζηευαγγελινού Χ., Μουσουράκης Κ., Βιάζης Ν.

Γαστρεντερολογικό Τμήμα, ΓΝΑ «Ο Ευαγγελισμός – Πολυκλινική», Αθήνα

Σκοπός: Η λοίμωξη με τον ιό HIVμπορεί να συνυπάρχει σε ασθενείς με Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου (ΙΦΝΕ). Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει προβληματισμός για τη χορήγηση βιολογικών παραγόντων δεδομένης της πιθανής επιβάρυνσης που θα υπάρξει στους ήδη ανοσοκατεσταλμένους αυτούς ασθενείς. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμήσει την ανάγκη χρήσης και την ασφάλεια των βιολογικών παραγόντων σε HIV-θετικούς ασθενείς, σε σύγκριση με αντίστοιχουςHIV-αρνητικούς μάρτυρες με ΙΦΝΕ.

Μέθοδοι: Αναδρομική ανάλυση ασθενών με ΙΦΝΕ, οι οποίοι είναι HIV-θετικοί και παρακολουθούνται στο Τμήμα μας. Καταγράφηκε η συχνότητα χορήγησης βιολογικών παραγόντων, αλλά και η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών στην πάροδο του χρόνου. Προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα έγινε σύγκριση της ομάδας αυτής με πληθυσμό μαρτύρων με αντίστοιχη νόσο (ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn) και χαρακτηριστικά (φύλο, ηλικία, χρονικό διάστημα από τη διάγνωση της νόσου, ταξινόμηση κατά Μόντρεαλ) που ήταν όμως HIV-αρνητικοί.

Αποτελέσματα: Συνολικάσυμπεριελήφθησανστημελέτη12 ασθενείς με νόσο Crohn (n=7) και ελκώδη κολίτιδα (n=5) οι οποίοι ήταν HIV-θετικοί. Oι ασθενείς ήταν όλοι άντρες, οι8 (66%) ήτανHIV-θετικοί για>10 χρόνια, ο μέσος δείκτης CD4+ ήταν512κύτταρα/μlκαι το μέσο ιικό φορτίο ήταν55copies/mL; Όλοι οι ασθενείς (100%) ελάμβαναν αντιρετροική αγωγή. Στους περισσότερους ασθενείς (n=9, 75%) η λοίμωξη με τον ιό HIV προυπήρχε της εμφάνισης ΙΦΝΕ. Από τους 12 ασθενείς, οι 3 (25%) χρειάστηκε να λάβουν βιολογικό παράγοντα για τον έλεγχο της νόσου τους, κατά τη διάρκεια ενός μέσου χρόνου παρακολούθησης 5 ετών. Στην αντίστοιχη ομάδα ελέγχου των 12 HIV-αρνητικών ασθενών, 5 ασθενείς (41.6%) χρειάστηκε να λάβουν βιολογικό παράγοντα στη διάρκεια του ίδιου χρόνου παρακολούθησης (p=0.38). Κανένας ασθενής δεν παρουσίασε σημαντικές παρενέργειες από τη χρήση βιολογικών παραγόντων κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.

Συμπέρασμα: Στη παρούσα μελέτη, η ανάγκη χρήσης βιολογικών παραγόντων και το προφίλ ασφαλείας δεν φάνηκε να διαφέρουν σημαντικά ανάμεσα σε HIV-θετικούς και -αρνητικούς ασθενείς με ΙΦΝΕ.

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Ο2. Τεχνητή νοημοσύνη για την αυτοματοποιημένη ανάλυση της βιοψίας ελασσόνων σιελογόνων αδένων στη νόσο Sjögrens

Παναγιωτόπουλος Κ.1,2, Τσικνάκης Ν.3, Ζαρίδης Δ.4,5,6, Μαυραγάνη Κ.7, Τζιούφας Α.1,2,8, Φωτιάδης Δ.4,6, Γουλές Α.1,2

1Εργαστήριο & Κλινική Παθολογικής Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

2Ερευνητικό Ινστιτούτο για Συστηματικά Αυτοάνοσα Νοσήματα

3Εργαστήριο Υπολογιστικής Βιοϊατρικής, Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας

4Ινστιτούτο Βιοϊατρικών Ερευνών, Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας

5Εργαστήριο Βιοϊατρικής Τεχνολογίας, Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

6Τμήμα Μηχανικών Επιστήμης Υλικών, Μονάδα Ιατρικής Τεχνολογίας και Ευφυών Πληροφοριακών Συστημάτων, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

7Εργαστήριο Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

8Εργαστήριο Ανοσοβιολογίας, Κέντρο Κλινικής, Πειραματικής Χειρουργικής και Μεταφραστικής Έρευνας, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Εισαγωγή: H νόσος Sjögren (SjD) χαρακτηριστικά περιλαμβάνει εστιακή λεμφοκυτταρική διήθηση στις βιοψίες ελάσσονων σιελογόνων αδένων (mLSGB) η οποία αναλύεται με τον υπολογισμό του Focus Score (FS). Η ταυτοποίηση FS≥1  αποτελεί καίριο σημείο της διαγνωστικής προσέγγισης και της ταξινόμησης στην SjD. Εντούτοις, κατά την ανάλυση των mLSGB, στα παθολογοανατομικά πορίσματα αμελείται η καταγραφή του FS  σε ποσοστό 17%, ακόμη και σε καταρτισμένα πανεπιστημιακά κέντρα. Επιπλέον, παρατηρείται μεταβλητότητα μεταξύ παρατηρητών ακόμη και μεταξύ έμπειρων παθολογοανατόμων στον υπολογισμό του. Αναδεικνύοντας έτσι την ανάγκη για αξιόπιστο υπολογισμό και καταγραφή του FS, η εφαρμογή Deep Learning στην αξιολόγηση mLSGB είναι πολλά υποσχόμενη.

Σκοπός της μελέτης: Η ανάπτυξη ενός μοντέλου για την αυτόματη ταξινόμηση των mLSGB ως θετικές (FS≥1) ή αρνητικές (FS<1).

Μέθοδοι: Διαδοχικές mLSGB διαλέχθηκαν τυχαία από το αρχείο Παθολογικής Φυσιολογίας, με χρώση H&E από ασθενείς με κλινική υποψία SjD. Ψηφιοποιήθηκαν με σαρωτή ως «Whole Slide Images» (WSI). Αναπτύξαμε ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, για τη δυαδική ταξινόμηση των mLSGB ως θετικές (FS≥1) ή αρνητικές (FS<1).

Αποτελέσματα: Στο σύνολο αναλύθηκαν 271 mLSGB, εκ των οποίων 153 (56%) είχαν FS2, όπως αναμένεται προσεγγιστικά από τη συνήθη κατανομή του FS στην SjD. Επιτεύχθηκε AUC=0.932, ευαισθησία=87% και ειδικότητα=84%, επιδεικνύοντας ανωτερότητα επί ενός προηγούμενου μοντέλου.

Συμπεράσματα: Εφαρμόζοντας ένα διαγνωστικό μοντέλο ευοδώνουμε μια πιο αξιόπιστη αξιολόγηση του FS. Η αυτοματοποίηση της διαδικασίας αυτής δυνητικά επιταχύνει τη διάγνωση της SjD, ενώ ταυτοχρόνως διευκολύνει τη μελλοντική ανάπτυξη προγνωστικών μοντέλων, διαμέσου Transfer Learning, θέτοντας τις βάσεις για ανακάλυψη νέων ιστοπαθολογικών βιοδεικτών.

 

Ο3. Κινητική ανοσολογικών παραγόντων περιφερικού αίματος σε ασθενείς με μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα που λαμβάνουν ανοσοθεραπεία με αναστολείς σημείων ελέγχου (immunecheckpointinhibitors)

Τρόντζας Ι.1, Γαλάνη Ι.2, Παναγιώτου Ε.1, Γεωργαντά Α.1, Κυριακούλης Κ.1, Παλαιολόγου Α.3, Βαθιώτης Ι.1, Ταμβακόπουλος Κ.3, Ανδρεάκος Ε.2, Συρίγος Κ.1

1Ογκολογική Μονάδα, Γ’ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο ΕΚΠΑ, ΓΝΝΘΑ «Η ΣΩΤΗΡΙΑ», Λεωφ. Μεσογείων 152, Αθήνα, Ελλάδα, 11527

2Εργαστήριο Ανοσολογίας, Κέντρο Κλινικής Έρευνας, Πειραματικής Χειρουργικής και Μεταφραστικής Έρευνας, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ), Σορανού Εφέσιου 4, Αθήνα, Ελλάδα, 11527

3Κέντρο Κλινικής Έρευνας, Πειραματικής Χιερουργικής και Μεταφραστικής Έρευνας, Τομέας Φαρμακολογίας-Φαρμακοτεχνολογίας, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ), Σορανού Εφέσιου 4, Αθήνα, Ελλάδα, 11527

Υπόβαθρο: Παρά τα θετικά αποτελέσματα των αναστολέων σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος (immune checkpoint inhibitors, ICIs) σε ασθενείς με μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) και υψηλή έκφραση PD-L1, ένα σημαντικό ποσοστό παρουσιάζει πρωτογενή ή επίκτητη ανοχή στη θεραπεία. Η παρακολούθηση ανοσολογικών παραμέτρων στο περιφερικό αίμα μπορεί να αναδειχθεί σε χρήσιμο εργαλείο για την πρόβλεψη ανοχής στην ανοσοθεραπεία.

Ασθενείς/Μέθοδοι: Μετρήθηκαν προοπτικά διάφοροι παράμετροι του ανοσοποιητικού συστήματος στο περιφερικό αίμα σε μια κοόρτη ασθενών με ΜΜΚΠ και υψηλή έκφραση PD-L1, οι οποίοι έλαβαν ως πρώτη γραμμή μονοθεραπεία με pembrolizumab. Η κινητική των ανοσολογικών παραμέτρων κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας εκτιμήθηκε σε προκαθορισμένα χρονικά σημεία, ενώ οι συσχετίσεις με τα κλινικά αποτελέσματα διερευνήθηκαν μετά από κλινική παρακολούθηση δύο ετών.

Αποτελέσματα: Σε διάστημα δύο ετών, εντάχθηκαν προοπτικά 31 ασθενείς με μεταστατικό ΜΜΚΠ και υψηλή έκφραση PD-L1. Κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας, τα επίπεδα CRP (p < 0.001), IL-17α, IL-6 και IL-8 (p < 0.01 αντίστοιχα) μειώθηκαν σημαντικά. Η ανάλυση πρώιμης κινητικής έδειξε σημαντική μείωση των λευκοκυττάρων, των ουδετερόφιλων, της CRP και της MIP-3α/CCL20 (p < 0.01) κατά τους πρώτους τρεις μήνες θεραπείας. Οι πρώιμες ποσοστιαίες μεταβολές (Δ%, τρεις μήνες) χαμηλών έναντι υψηλών προθεραπευτικών τιμών έδειξαν σημαντική αύξηση των υποομάδων με χαμηλά επίπεδα για τις ITAC/CXCL11 (p = 0.02), GM-CSF (p < 0.01) και για το sPD-L1 (p = 0.02), σε σύγκριση με τις αντίστοιχες υψηλές υποομάδες. Ασθενείς με χαμηλά προθεραπευτικά επίπεδα IL-4 παρουσίασαν περαιτέρω μείωση (p = 0.03), ενώ για την LDH παρατηρήθηκε σημαντική μείωση στην ομάδα με υψηλές προθεραπευτικές τιμές (p < 0.01). Μεταξύ των παραμέτρων με υψηλή διακριτική ικανότητα (AUC/C-index > 0.7, κατώτερο όριο 95% CI > 0.5), τα προθεραπευτικά επίπεδα CRP (OR = 0.81, 95% CI: 0.63–0.98, p = 0.02 για το κλινικό όφελος στους 6 μήνες – CB6 – και HR = 1.13, 95% CI: 1.01–1.24, p = 0.01 για την εξέλιξη νόσου στα 2 έτη) και της πρωτεΐνης συμπληρώματος C4 (OR = 0.85, 95% CI: 0.72–0.95, p < 0.01 και HR = 1.09, 95% CI: 1.03–1.50, p < 0.01 αντίστοιχα) συσχετίστηκαν σημαντικά με δυσμενή κλινικά αποτελέσματα στη διερευνητική μονοπαραγοντική ανάλυση. Τα προθεραπευτικά επίπεδα IL-6 συσχετίστηκαν επίσης αρνητικά με την εξέλιξη νόσου στα 2 έτη (HR = 1.63, 95% CI: 1.20–2.24, p < 0.01). Ο λόγος συμπληρώματος (C3/C4) ανέδειξε προστατευτικό ρόλο τόσο για το CB6 (OR = 4.43, 95% CI: 1.59–18.74, p < 0.01) όσο και για την εξέλιξη στα 2 έτη (HR = 0.52, 95% CI: 0.29–0.86, p < 0.01). Μετά από προσαρμογή στην κατάσταση απόδοσης (performance status) σε πολυπαραγοντικά μοντέλα, τα προθεραπευτικά επίπεδα CRP, C4 και IL-6 διατήρησαν την αρνητική τους συσχέτιση με τα κλινικά αποτελέσματα. Όταν συνδυάστηκαν σε σύνθετους δείκτες, ανέδειξαν ισχυρότερη συσχέτιση τόσο με το CB6 (OR = 0.13, 95% CI: 0.02–0.46, p < 0.01) όσο και με την εξέλιξη νόσου στα 2 έτη (HR = 2.44, 95% CI: 1.45–4.36, p < 0.01).

Συμπεράσματα: Η παρακολούθηση ανοσολογικών δεικτών στο περιφερικό αίμα μπορεί να προσφέρει περαιτέρω στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ όγκου και ανοσοποιητικού συστήματος και να αποδώσει προγνωστικά σύνθετα ανοσολογικά προφίλ για ασθενείς με ΜΜΚΠ που λαμβάνουν ICIs. Τα προθεραπευτικά επίπεδα CRP, πρωτεϊνών του συμπληρώματος και IL-6 ενδέχεται να φέρουν προγνωστική και/ή προβλεπτική αξία για την ανοσοθεραπεία σε ασθενείς με ΜΜΚΠ και υψηλή ιστική έκφραση του PD-L1. Απαιτούνται μεγαλύτερες προοπτικές μελέτες για την επιβεβαίωση των ευρημάτων μας.

 

Ο4. Κλινική, ορολογική και τριχοειδοσκοπική μελέτη χαρτογράφησης του φαινομένου Raynaud σε εξαρμονισμένους ασθενείς με νόσο Sjögren: Συνεισφροά στην κλινική φαινοτύπηση της νόσου

Κουτσογιάννη Α.1, Πάλλα Π.1, Χατζής Λ.1, Βενετσανοπούλου Α.2, Πέζουλας Β.3., Παναγόπουλος Π.1, Baldini C.4, De Vita S. 5, Φωτιάδης Δ.3, Γουλές Α.1, Τζιούφας Α.1

1Κλινική και Εργαστήριο Παθολογικής Φυσιολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

2Ρευματολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Τομέας Παθολογίας, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

3Μονάδα Ιατρικής Τεχνολογίας και Ευφυών Πληροφοριακών Συστημάτων, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

4Ρευματολογική Κλινική, Τμήμα Κλινικής και Πειραματικής Ιατρικής, Πανεπιστήμιο της Πίζας, Πίζα, Ιταλία

5Ρευματολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο του Ούντινε, Ούντινε, Ιταλία

 

Εισαγωγή: Το φαινόμενο Raynaud (RP) αποτελεί ένα μη ειδικό κλινικό χαρακτηριστικό της νόσου Sjögren (SjD), με επιπολασμό που κυμαίνεται από 13%-30%. Ωστόσο, τα φαινοτυπικά τού χαρακτηριστικά και η μεταβολή αυτών από την παρουσία αντικεντρομεριδιακών αντισωμάτων (ACA) δεν έχουν μελετηθεί εκτενώς.

Σκοπός της μελέτης: Η μελέτη των κλινικοεργαστηριακών και τριχοειδοσκοπικών χαρακτηριστικών της SjD σε ασθενείς με RP.

Μέθοδοι: Τα δεδομένα συλλέχθηκαν αναδρομικά από τέσσερα πανεπιστημιακά κέντρα (Ελλάδα/Ιταλία). Από τους ασθενείς με ενεργή παρακολούθηση και διάγνωση SjD-RP στο κέντρο μας, εντοπίστηκαν προοπτικά 21 ACA+ ασθενείς(ACA+RP+/SjD), οι οποίοι συγκρίθηκαν με 62 ACA- ασθενείς(ACA−RP+/SjD). 15 ACA+ και 21 ACA− ασθενείς υπεβλήθησαν σε τριχοειδοσκόπηση. Οι ACA+ και οι ACA− ασθενείς αντιστοιχήθηκαν με βάση το φύλο, την ηλικία και τη διάρκεια νόσου με ασθενείς-μάρτυρες(ACA−RP−/SjD).

Αποτελέσματα: 1583 SjD ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στo αναδρομικό σκέλος της μελέτης. Από αυτούς το 30% εμφάνισε RP(476/1583). Οι ασθενείς με SjD και RP παρουσίασαν συχνότερα αρθρίτιδα(p-value:0,004), ψηλαφητή πορφύρα(p-value:0,001), χαμηλό C4(p-value:0,04), κρυοσφαιριναιμία(p-value:0,007) και λέμφωμα(p-value:0,01). Στο προοπτικό σκέλος της μελέτης, οι ασθενείς με ACA+RP ήταν γηραιότεροι στη διάγνωση(p-value:0,04) και κατά την έναρξη του RP(p-value:0,04). Στους ACA− ασθενείς, το RP ακολουθεί χρονικά την εμφάνιση των συμπτωμάτων ξηρότητας, ενώ στους ACA+, προηγείται αυτών. Η ACA θετικότητα σχετίζεται με έλκη(p-value:0,038), πνευμονική υπέρταση(p-value:<0,001) και παθολογικά τριχοειδοσκοπικά ευρήματα (λιγότερα τριχοειδή και συχνότερα γιγαντιαία τριχοειδή). Στη ταυτισμένη σύγκριση με μάρτυρες-νόσου(ACA−RP−/SjD), οι ACA+RP+ εμφάνισαν συχνότερα πνευμονική υπέρταση(p-value<0,001), δυσφαγία(p-value:0,05), ηπατική(p-value:0,03), πνευμονική προσβολή(p-value:0,049) καθώς και ξηροστομία(p-value:0,023) ενώ, οι ACA-RP+ αρθρίτιδα(p-value:0,013) και διόγκωση παρωτίδων(p-value:0,008).

Συμπεράσματα: Το RP είναι συχνό στους ασθενείς με SjD και σχετίζεται με αδενικές και εξωαδενικές εκδηλώσεις, καθώς και λέμφωμα. Η παρουσία ACA καθορίζει τη χρονική εμφάνιση RP σε σχέση με τα sicca συμπτώματα και συνιστά έναν ξεχωριστό επιθετικότερο φαινότυπο με κλινικά/τριχοειδοσκοπικά ευρήματα που προσομοιάζουν με αυτά του περιορισμένου σκληροδέρματος.

 

Ο5. Η Κοιλιοκάκη στον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο

Λιαπής Ν.Μ., Γκούβη Α., Σιμοπούλου Θ., Μπόγδανος Π.Δ., Κατσιάρη Χ.

Κλινική Ρευματολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας

 

Εισαγωγή: Η κοιλιοκάκη αποτελεί αυτοάνοση διαταραχή που επηρεάζει το λεπτό έντερο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η συχνότητα της νόσου είναι μεγαλύτερη στους ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (Σ.Ε.Λ.) σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.

Σκοπός της μελέτης: Η παρούσα εργασία διερευνά τη συσχέτιση μεταξύ των δύο νοσημάτων.

Μέθοδοι: Έγινε  αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων "PubMed," "Scopus," και "Google Scholar" από 1 Ιανουαρίου 1982 έως 1 Απριλίου 2025. Συνολικά, εντοπίστηκαν 2.972 άρθρα, από τα οποία 74 ανασκοπήθηκαν πλήρως και τελικά 15 συμπεριλήφθηκαν σε αυτήν την ανασκόπηση. Αρχικά μελετήθηκε ο επιπολασμός της ιστολογικά επιβεβαιωμένης κοιλιοκάκης στους ασθενείς με Σ.Ε.Λ. Στη συνέχεια εξετάστηκε ο επιπολασμός των αυτοαντισωμάτων που σχετίζονται με την κοιλιοκάκη στους ασθενείς με Σ.Ε.Λ.

Αποτελέσματα: Στην πλειοψηφία των μελετών τόσο για την ιστολογικά επιβεβαιωμένη κοιλιοκάκη (9 στις 12 μελέτες)  όσο και για τα σχετιζόμενα με την νόσο αυτοαντισώματα (15 στις 15 μελετες) ο επιπολασμός στους ασθενείς με Σ.Ε.Λ φαίνεται να υπερβαίνει τον επιπολασμό της νόσου στον γενικό πληθυσμό με αξιοσημείωτη ετερογένεια στα ποσοστά των αποτελεσμάτων όμως από μελέτη σε μελέτη (για την ιστολογικά επιβεβαιωμένη κοιλιοκάκη:0-7.6% και για τα σχετιζόμενα με την νόσο αυτοαντισώματα:1-60%)

Συμπεράσματα: Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων, φαίνεται πιθανό ότι τα άτομα με Σ.Ε.Λ. μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης  κοιλιοκάκης σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Λόγω της σημαντικής απόκλισης των ευρημάτων μεταξύ των διαφορετικών μελετών, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ωστόσο στην παρούσα ο έλεγχος ρουτίνας για κοιλιοκάκη στους ασθενείς με Σ.ΕΛ. Οι εν λόγω διαφορές αναδεικνύουν σημαντικό ερευνητικό κενό που χρήζει περαιτέρω μελέτης.

 

Ο6. Υπερηχοκαρδιογραφική μελέτη ενός έτους του καρδιακού strain σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολέα JΑΚ για Ρευματικά Νοσήματα

Κούγκας Ν1, Σκουβακλίδου Ε1 Τσαφής Κ1, Δεληγεωργάκης Δ1, Σκεπαστιανός Β1, Αδαμίχου Χ1, Παπαδημητρίου E1, Μπιτούλη A1, Μπουτέλ M1, Δημητριάδης Φ2, Σπάγος Γ2, Ζαρίφης I2, Δημητρούλας Θ1, Τσαουσίδης A2

1 Ρευματολογικό Τμήμα, Δ’ Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιπποκράτειο, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

2 Γενικό Νοσοκομείο «Γ. Παπανικολάου», Καρδιολογική Κλινική, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

 

Εισαγωγή: Οι αναστολείς των Janus κινασών (JAKi) χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για τη θεραπεία των αυτοάνοσων ρευματικών νοσημάτων (ARDs), παρά τις ανησυχίες που υπάρχουν σχετικά με τον πιθανό καρδιαγγειακό τους κίνδυνο. Το καρδιακό strain, είναι ένας ευαίσθητος δείκτης υποκλινικής μυοκαρδιακής δυσλειτουργίας, το οποίο μπορεί να προβλέψει τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας.

Σκοπός: Η μελέτη αυτή έχει ως σκοπό να αξιολογήσει την επίδραση των JAKi στο καρδιακό strain και τη λειτουργία της καρδιάς σε ασθενείς με ARDs στην καθ’ ημέρα κλινική πράξη.

Μέθοδοι: Αυτή η προοπτική ελληνική μελέτη κοόρτης περιέλαβε ασθενείς με διάγνωση ρευματοειδούς αρθρίτιδας (RA), ψωριασικής αρθρίτιδας (PsA) ή αξονικής σπονδυλοαρθρίτιδας (axSpA), οι οποίοι ξεκίνησαν θεραπεία με κάποιον JAKi (baricitinib, tofacitinib, or upadacitinib). Πραγματοποιήθηκε σφαιρική αξιολόγηση των ασθενών στη κατά την ένταξη τους, στους 6 και στους 12 μήνες, οι οποίες περιλάμβαναν ειδικά σκορ νόσου και εργαστηριακές εξετάσεις. Το διαθωρακικό υπερηχοκαρδιογράφημά με speckle-tracking χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση του global longitudinal strain (GLS), του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (LVEF) και της λειτουργίας της δεξιάς κοιλίας (συμπεριλαμβανομένων των RV GLS, TAPSE και S'RV). Η διαστολική λειτουργία αξιολογήθηκε μέσω των λόγων E/A και E/E'.

Αποτελέσματα: Τριάντα ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη: 12 με axSpA, 10 με RA και 8 με PsA. Η ενεργότητα της νόσου παρουσίασε σημαντική βελτίωση σε όλες τις ομάδες. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στο GLS, στο LVEF, στους λόγους E/A και E/E', στο TAPSE, στο S'RV ή στον καρδιακό ρυθμό από την ένταξη των ασθενών έως τους 12 μήνες παρακολούθησης. Επιπλέον, το GLS της αριστερής κοιλίας δεν παρουσίασε επιδείνωση.

Συμπέρασμα: Σε αυτήν την κοόρτη, η χρήση των JAKi δεν συσχετίστηκε με σημαντικές αλλαγές στο καρδιακό strain ή τη λειτουργία της καρδιάς κατά τη διάρκεια ενός έτους, σε ασθενείς με ARDs, υποδηλώνοντας ότι οι JAKi πιθανώς δεν έχουν αρνητική επίδραση στην καρδιακή λειτουργία βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, απαιτούνται μελέτες μεγαλύτερης διάρκειας και με μεγαλύτερο αριθμό ασθενών για την αξιολόγηση πιθανών καθυστερημένων επιδράσεων και την επιβεβαίωση της καρδιαγγειακής ασφάλειας των JAKi.

 

ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Ο7. CDH11+ κυκλοφορούντες ινοβλάστες και ανοσοκύτταρα που συν-εκφράζουν υποδοχείς χημειοκινών σε ασθενείς με χρόνια φλεγμονώδη αρθρίτιδα

Κυριακίδη Μ. 1,2*, Βέτσικα Ε.-Κ. 1,2*, Φραγκούλης Γ.E. 2, Σάκκου Μ. 1,2,  Βέρρου Κ-Μ 1,2, Μουρίκης Α. 3, Βλαχόγιαννης Ν.I. 2, Τεκτονίδου Μ. 2, Σφηκάκης Π. Π.1,2

* ισότιμη συμβολή

1Κέντρο Νέων Βιοτεχνολογιών και Ιατρικής Ακριβείας

2Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική

3Γ΄Ορθοπαιδική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα

Εισαγωγή: Οι μηχανισμοί που διέπουν την εξέλιξη της χρόνιας φλεγμονώδους αρθρίτιδας παραμένουν ασαφείς.Φλεγμονώδη μεσεγχυματικά (PRIME) κύτταρα έχουν διαπιστωθεί στην περιφερική κυκλοφορία ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα λίγες ημέρες πριν την έξαρση της νόσου.

Σκοπός: Εντοπισμός και να χαρακτηρισμός κυττάρων μεσεγχυματικής προέλευσης στο αίμα ασθενών με ενεργό ρευματοειδή (ΡΑ) ή ψωριασική αρθρίτιδα (ΨΑ).

Μέθοδοι: Μελετήθηκαν ινοβλάστες (PDPN+CD45-CD3-CD19-CD4-CD8-CD56-CD66b-CD294-), ινοκύτταρα (CD34+HLA-DR+CD45+CD3-CD19-CD4-CD8-CD56-CD66b-CD294-) και ανοσοκύτταρα σε 23 ασθενείς με ΡΑ/ΨΑ και 9 υγιείς-μάρτυρες με κυτταρομετρία μάζας (CyTOF) αίματος και οστικού μυελού με χρήση 35 αντισωμάτων, συμπεριλαμβανομένων μεσεγχυματικών δεικτών και υποδοχέων χημειοκινών (CD11c/CD123/CD14/CD16/CD161/CD19/CD20/CD25/CD27/CD28/CD294/CD3/CD38/CD4/IgD/CD45/CD8a/CD127/CD45RA/CD45RO/CD56/CD57/CD66b/TCRgd/HLA-DR/CCR4/CCR6/CCR7/CXCR3/CXCR5/CDH11/PDPN/CD90/CD34 /Notch3). Πραγματοποιήθηκε επιπλέον πρωτεωμική ανάλυση πλάσματος με Olink και συνεστιακή μικροσκοπία σε αρθρικό ιστό.

Αποτελέσματα: Ινοβλάστες που συν-εκφράζουν το μόριο ομοτυπικής προσκόλλησης καντχερίνη-11 (CDH11) και τον υποδοχέα χημειοκινών CCR7 ανιχνεύθηκαν στο αίμα μόνο των ασθενών, και όχι στον οστικό μυελό τους, υποδηλώνοντας την πιθανή αρθρική τους πρροέλευση. CDH11+CCR7+ινοκύτταρα ανιχνεύθηκαν αυξημένα στους ασθενείς έναντι των μαρτύρων, με υψηλότερη παρουσία στον οστικό μυελό. Εξετάζοντας τους υποπληθυσμούς των ανοσοκυττάρων του αίματος ανιχνεύθηκαν ουδετερόφιλα που συν-εκφράζουν μεσεγχυματικούς δείκτες (CDH11+CD90+) και CCR6 με αυξημένη συχνότητα στους ασθενείς συγκριτικά με μάρτυρες. Μετρήσεις μετά από τρίμηνη θεραπεία ανέδειξαν παρόμοια ευρήματα, ανεξαρτήτως κλινικής απόκρισης. Ασθενείς με CDH11+ινοβλάστες παρουσίασαν υψηλότερα επίπεδα μορίων σχετιζόμενων με αγγειογένεση, χημειοταξία και κυτταρική προσκόλληση στο πλάσμα. Στον αρθρικό ιστό γόνατος ασθενών με ΡΑ, CDH11+ουδετερόφιλα βρέθηκαν σε στενή εγγύτητα με ινοβλάστες, υποδηλώνοντας πιθανή τοπική αλληλεπίδραση.

Συμπεράσματα: Αρθρικοί ινοβλάστες και ινοκύτταρα πιθανώς μεταναστεύουν σε απομακρυσμένες αρθρώσεις υπό την έλξη χημειοκινών, είτε μεμονωμένοι είτε σχηματίζοντας σύμπλοκα με CDH11+ουδετερόφιλα, συμβάλλοντας στη «διασπορά της αρθρίτιδας».

 

Ο8. Σύγκριση της αποτελεσματικότητας του Bimekizumab στην Ψωριασική αρθρίτιδα μεταξύ ασθενών με προηγούμενη χορήγηση anti-IL17A και ασθενών χωρίς προηγούμενη έκθεση σε βιολογικό παράγοντα. Μια προοπτική πολυκεντρική μελέτη πραγματικού κόσμου.

Πούλια Β.1,Σαμπατακάκη Ε.2, Κατσιφής-Νέζης Δ.2, Παππά Μ.2, Μολέ Ε.3, Γαζή Σ.3, Σκουβακλίδου Ε.4, Κούγκας Ν.4, Πολύζου Μ.5,6, Κουτσογεωργοπούλου Λ.5, Ξυνογαλάς Ι.7, Καραμανάκος Α.7, Βασιλάκης Κ.Δ.1, Παπαδημητρίου Ε.8, Παπαγόρας Χ.8, Ευαγγελάτος Γ.9, Γερολυμάτου Ν.10, Βούλγαρη Π.Β.10, Φραγκούλης Γ.Ε.1

1Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Ρευματολογική μονάδα, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

2Μονάδα Ρευματολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας, Δ΄ Παθολογική Κλινική, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, Ελλάδα

3Ρευματολογικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Αττικής «ΚΑΤ»

4Δ΄ Παθολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

5Τμήμα Παθοφυσιολογίας, Ρευματολογική μονάδα, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

6Rheumazentrum Ruhrgebiet, Ruhr-University Bochum, Herne, Germany.

7Τμήμα Ρευματολογίας, Γενικό Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», Αθήνα, Ελλάδα

8Α΄ Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Αλεξανδρούπολη, Ελλάδα

9Γ΄ Παθολογική Κλινική, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιατρική Σχολή, Νοσοκομείο «Σωτηρία», Αθήνα, Ελλάδα

10Τμήμα Ρευματολογίας, Σχολή Επιστημών Υγείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, Ελλάδα

 

Εισαγωγή: Μελετήσαμε για πρώτη φορά σε συνθήκες πραγματικού κόσμου την αποτελεσματικότητα του bimekizumab σε ασθενείς με ΨΑ και με προηγούμενη χρήση IL171i συγκριτικά με ασθενείς χωρίς προηγούμενη χορήγηση βιολογικού παράγοντα (bDMARD).

Μέθοδοι: Ασθενείς με ΨΑ, χωρίς προηγούμενη χορήγηση bDMARD είτε με προηγούμενη χρήση anti-IL17Ai, παρακολουθήθηκαν προοπτικά από 10/2024 -1/2025 και αξιολογήθηκαν την στιγμή 0 (έναρξη θεραπείας) και στους 3 μήνες. Δεν υπήρχαν κριτήρια αποκλεισμού. Καταγράφηκαν δημογραφικά στοιχεία, κλινικά χαρακτηριστικά στην πορεία της νόσου, εργαστηριακά δεδομένα, ενεργότητα της νόσου, συγχορηγούμενα cDMARDs, προηγούμενοι bDMARD και λόγοι διακοπής του bimekizumab. Οι διαφορές μεταξύ των σκορ εκφράζονται ως Δέλτα (Δ) (σκορ την στιγμή-0 μειον σκορ στους 3 μήνες).

Αποτελέσματα: Συμμετείχαν 33 ασθενείς, 14 ασθενείς χωρίς προηγούμενη έκθεση σε bDMARD (γκρουπ1) και 19 με έκθεση σε IL17Ai (γκρουπ2) (Πίνακας-1). cDMARDs χορηγούνταν σε ποσοστό 50% και 42.1%, αντίστοιχα. Το 42.1% των ασθενών στο γρουπ2 είχαν αποτύχει σε δύο IL17Ai.

Στους 3 μήνες, το DAPSA, οι ευαίσθητες (TJC) και οι οιδηματωδεις (SJC) αρθρώσεις, το Body Surface Area (BSA) και η ΤΚΕ βελτιώθηκαν στατιστικά σημαντικά και στα δύο γκρουπ, με συγκρίσιμα τα: ΔDAPSA, ΔΤΚΕ, ΔTJC και ΔSJC. Μόνο το ΔBSA ήταν στατιστικά μεγαλύτερο στο γκρουπ1. Συνολικά στη κοορτή και στο γκρουπ2, το  ASDAS βελτιώθηκε στατιστικά, ενώ στο γκρουπ1 η ανάλυση δεν έγινε λόγω μικρού αριθμού ασθενών. Δυο ασθενείς (6.1%) εμφάνισαν στοματική καντιντίαση. 

Συμπεράσματα: To bimekizumab είναι αποτελεσματικό στους 3 μήνες στην ΨΑ σε όλες τις εκφάνσεις, περιλαμβανομένης της αξονικής προσβολής. Η αποτελεσματικότητα είναι συγκρίσιμη μεταξύ ασθενών με προηγούμενη χορήγηση IL17Ai και αυτών χωρίς προηγούμενη χορήγηση bDMARD.

Πίνακας-1: Δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά ασθενών με ψωριασική αρθρίτιδα χωρίς προηγούμενη χορήγηση βιολογικών παραγόντων (b/tsDMARD-naïve) και ασθενών με προηγούμενη χορήγηση  anti-IL-17A (IL-17A experienced)

 

PsA (n=33)

 

b/tsDMARD-naïve (n=14)

IL-17A experienced (n=19)

p-value

Δημογραφικά

 

 

 

Φύλο (γυναίκες), n (%)

6 (42.9)

12 (63.2)

0.247

Ηλικία (χρόνια) mean ± S.D.

48.9 ± 14.0

53.7 ± 10.2

0.262

BMI (kg/m²) median (Q1-Q3)

25.2 (39.4-23.2)

30.7 (38-21)

0.328

Κάπνισμα, n (%)

3 (21.4)

9 (47.4)

0.126

Clinical

 

 

 

Αξονικά προσβολή, n (%)

3 (21.4)

7 (36.8)

0.309

Ενθεσίτιδα, n (%)

4 (36.4)

12 (63.2)

0.049

Δακτυλίτιδα, n (%)

4 (36.4)

3 (15.8)

0.375

Ψωρίαση, n (%)

13 (92.9)

18 (94.7)

0.823

Προσβολή ονύχων, n (%)

4 (36.4)

12 (63.2)

0.049

Προσβολή ματιών, n (%)

0 (0.0)

1 (5.3)

0.383

ΙΦΝΕ, n (%)

0 (0.0)

0 (0.0)

1.000




















































ΙΦΝΕ: Ιδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος εντέρου

 

Πίνακας-2.  Σύγκριση ενεργότητας της νόσου την στιμγή 0 και στους 3 μήνες σε ασθενής με ΨΑ υπό bimekizumab χωρίς προηγούμενη χορήγηση βιολογικού παράγοντα (b/tsDMARD-naïve) και ασθενών με προηγούμενη χορήγηση  IL17Ai (IL-17A–Experienced)

 

 

b/tsDMARD-naïve (n=14)

p-value

IL-17A-experienced (n=19)

p-value

Στιγμή-0

Μήνας-3

Στιγμή-0

Μήνας-3

DAPSA

29.0 (38.1-15.0)

7.8 (9.0-5.0)

0.001

18.5 (26.0-10.0)

7.0 (12.0-4.4)

0.002

TJC 

4 (10-1)

0 (1-0)

0.003

4 (10-1)

1( 2-0)

0.006

SJC 

2.5 (7-1)

0 (1-0)

0.003

2 (5-1)

0 (2-0)

0.006

Ενθεσίτιδα, n (%)

2 (14.3)

0 (0.0)

0.142

6 (31.6)

4 (21.1)

0.283

Δακτυλίτιδα, n (%)

2 (14.3)

0 (0.0)

0.142

0 (0.0)

0 (0.0)

1.000

BSA 

6.0 (10.0-2.0)

0.0 (1.0-0.0)

0.007

1.0 (4.0-0.0)

0.0 (2.0-0.0)

0.024

Προσβολή ονύχων

4 (36.4)

4 (28.6)

1.000

7 (36.8)

6 (31.6)

0.732

ASDAS* mean ± S.D.

2.8 (1.4-3.2)

2.0 (1.0-3.6)

0.691

2.6 (2.0-3.9)

1.5 (1.1-3.0)

0.003

ΤΚΕ mean ± S.D.

38 ± 28

18.5 ± 13.7

0.029

22 ± 15

12.5 ± 8.2

0.021

CRP

2.0 (14.0-1.0)

1.5 (3.0-01)

0.129

3.0 (7.5-0.2)

0.5 (5.0- 0.0)

0.219

 

Οι τιμές παρουσιάζονται ως median (Q3–Q1) εκτός αν σημειώνεται αλλιώς. p-value 
DAPSA: Disease Activity in Psoriatic Arthritis; TJC:Σύνολο ευαίσθητων αρθρώσεων; SJC: Σύνολο οιδηματωδών αρθρώσεων; BSA: Body Surface Area που προσβάλλεται από την ψωρίαση; ASDAS: Ankylosing Spondylitis Disease Activity Score; ΤΚΕ: Ταχύτητα καθίζησης ερυθρών; CRP: C-reactive protein;
*ASDAS is calculated based on CRP




ΤΡΙΤΟ 
ΒΡΑΒΕΙΟ

Ο9. Το σύστημα ιστικού παράγοντα/θρομβίνης ρυθμίζει την αλληλεπίδραση υμενοκυττάρων και ουδετεροφίλων στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα

Παπαδημητρίου Ευάγγελος1,  Νάτση Αναστασία Μαρία1, Τσιρoνίδου Βικτώρια1, Ευταλιτσίδης Ευγένιος2, Αντωνιάδου Χριστίνα1, Κόφφα Μαρία2,Ρίτης Κωνσταντίνος1, Μητρούλης Ιωάννης1, Παπαγόρας Χαράλαμπος1

1Α΄ Παθολογική Κλινική και Εργαστήριο Μοριακής Αιματολογίας, Π.Γ.Ν.Αλεξανδρούπολης

2Εργαστήριο Κυτταρικής Βιολογίας, Πρωτεομικής και Κυτταρικού Κύκλου, Τμήμα Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής, ΔΠΘ

 

Εισαγωγή-σκοπός: Η αλληλεπίδραση υμενοκυττάρων-ουδετεροφίλων συμβάλλει στην αρθρική φλεγμονή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ). Τα υμενοκύτταρα προσελκύουν και ενεργοποιούν τα ουδετερόφιλα  μέσω της παραγωγής φλεγμονωδών κυτταροκινών και χημειοτακτικών παραγόντων, όπως η ιντερλευκίνη-8 (IL-8). Η μελέτη αποσκοπεί στη διερεύνηση των μηχανισμών αλληλεπίδρασης των δύο αυτών κυτταρικών πληθυσμών, με έμφαση στον ρόλο των παραγόντων πήξης, και ειδικότερα της θρομβίνης.

Υλικό-μέθοδοι: Απομονώθηκαν υμενοκύτταρα και ουδετερόφιλα από τις αρθρώσεις ασθενών με ΡΑ ή οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ), καθώς και ουδετερόφιλα και εξωκυττάρια ουδετεροφιλικά δίκτυα (NETs) από το περιφερικό αίμα ασθενών με ΡΑ ή ΟΑ ή από υγιείς δότες. Μετρήθηκε η ενεργότητα ιστικού παράγοντα (TF) και η θρομβίνη, καθώς και η έκφραση TF και IL-8 σε υμενοκύτταρα ή/και ουδετερόφιλα παρουσία του φλεγμονώδους περιβάλλοντος της ΡΑ και συγκεκριμένων αναστολέων. Η ανάλυση περιλάμβανε RT-qPCR, ELISA, ανοσοφθορισμό και χημειοτακτικές δοκιμασίες.

Αποτελέσματα: Διαπιστώθηκε αυξημένη ενεργότητα του TF και υψηλότερα επίπεδα θρομβίνης στο αρθρικό υγρό ασθενών με ΡΑ σε σχέση με την ΟΑ (pInvitro, το αρθρικό υγρό της ΡΑ ή τα NETs της ΡΑ ή η θρομβίνη επάγουν την έκφραση IL-8 στα υμενοκύτταρα, φαινόμενο που αναστέλλεται με τη διάσπαση των NETs μέσω DNασης ή αναστολής της θρομβίνης με αποκλεισμό του υποδοχέα PAR-1.

Συμπεράσματα: Η IL-8 αποτελεί βασικό χημειοτακτικό παράγοντα για τα ουδετερόφιλα στον υμένα της ρευματοειδούς αρθριτιδας. Μέσω του άξονα NETs/TF/θρομβίνης, τα ουδετερόφιλα ενεργοποιούν περαιτέρω τα υμενοκύτταρα για παραγωγή IL-8, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο χημειοταξίας και φλεγμονής εντός του αρθρικού μικροπεριβάλλοντος στη ΡΑ.

 

 

ΙΙ. ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (e-Posters)

P1. Υπογαμμασφαιριναιμία μετά από τη χορήγηση Rituximab σε ασθενείς με διάμεση πνευμονοπάθεια σχετιζόμενη με ρευματικά νοσήματα

Καρακώστα Μ, Κολέτσος Ν, Μεμή Τ, Βούλγαρη Π.

Ρευματολογική Κλινική Π.Γ.Ν.Ι., Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

Εισαγωγή: Το Rituximab (RTX), ένα anti-CD20 μονοκλωνικό αντίσωμα, αποτελεί μια θεραπευτική επιλογή με τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με διάμεση πνευμονοπάθεια σχετιζόμενη με ρευματικά νοσήματα (CTD-ILD)

Σκοπός της μελέτης: Η διερεύνηση επιπλοκών, υπογαμμασφαιριναιμίας (IgG<700) και πιθανών παραγόντων που σχετίζονται με την εμφάνιση αυτής, μεταξύ ασθενών με CTD-ILD.

Μέθοδοι: Πρόκειται για μια αναδρομική μελέτη παρατήρησης. Στη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς που παρακολουθούνται ενεργά στη ρευματολογική κλινική του Π.Γ.Ν. Ιωαννίνων και βρίσκονται υπό θεραπεία με RTX λόγω CTD-ILD.

Αποτελέσματα: Μελετήθηκαν 42 ασθενείς (μέση ηλικία 61.4±10.6 έτη, 71,4% γυναίκες): 7 με ρευματοειδή αρθρίτιδα, 18 με Συστηματική Σκλήρυνση, 9 με Φλεγμονώδη Μυοπάθεια και 8 με Μικροσκοπική Πολυαγγειίτιδα (MPA). Υπογαμμασφαιριναιμία παρατηρήθηκε σε 16 ασθενείς (38,1%), μετά από διάμεσο χρόνο 2 κύκλους RTX. Μία ασθενής (2,4%) εμφάνισε επίπεδα IgG<400mg/dl. Οι ασθενείς με MPA είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση υπογαμμασφαιριναιμίας (OR:7,2 p<0,05). Επιπλέον, ασθενείς με UIP πρότυπο (OR:5,1 p<0,05) και ασθενείς με επίπεδα IgG<1000mg/dl πριν την έναρξη αγωγής με RTX (OR:5,9 p<0,01) εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο υπογαμμασφαιριναιμίας. Δώδεκα ασθενείς (28,6%) έλαβαν θεραπεία υποκατάστασης με ενδοφλέβια γ-σφαιρίνη. Συνολικά, 27 ασθενείς (64,3%) εμφάνισαν λοιμώξεις (59.5% αναπνευστικού, 9.5% ουροποιητικού, 2,4% λοίμωξη μαλακών μορίων, 2,4% VZV και 2,4% CMV). Παρατηρήθηκε μια τάση για συχνότερες λοιμώξεις σε ασθενείς με υπογαμμασφαιριναιμία (81,3% έναντι 53,8%, p=0,072).

Συμπεράσματα: Η εμφάνιση υπογαμμασφαιριναιμίας σε ασθενείς με CTD-ILD που λαμβάνουν RTX δεν είναι σπάνια, ειδικά σε αυτούς με MPA, UIP πρότυπο και χαμηλότερα επίπεδα IgG πριν την έναρξη θεραπείας. Τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την ανάγκη επαγρύπνησης, το ρόλο της μέτρησης επιπέδων IgG σε ασθενείς υπό RTX, καθώς και την ανάγκη χορήγησης χημειοπροφύλαξης.

 

P2. Αποτελεσματικότητα των βιολογικών παραγόντων σε ηλικιωμένους ασθενείς με ΙΦΝΕ

Κ. Μουσουράκης, Π. Ι. Κανελλόπουλος, Δ. Κοζομπόλη, Α. Αγορογιάννη, Γ. Καλόγηρος, Β. Καραμπάτσος, Γ. Νούσιας, Δ. Προβή, Κ. Φιαγκουσάκης, Ι. Μυλωνάς, Ε. Γεωργιλής, Ι. Λάππας, Μ. Ραλλάτου, Α. Χρηστίδου, Μ. Μελά, Ε. Αρχαύλης, Β. Παπαστεργίου, Ν. Βιάζης

Γαστρεντερολογικό Τμήμα, ΓΝΑ «Ο Ευαγγελισμός – Πολυκλινική», Αθήνα

 

Στόχος: Να διευκρινιστεί η αποτελεσματικότητα της χορήγησης βιολογικών παραγόντων σε ηλικιωμένους ασθενείς με Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου.

 Μέθοδοι: Αναδρομική ανάλυση δεδομένων που συλλέγησαν προοπτικά από ασθενείς με ΙΦΝΕ ηλικίας 65 ετών και πάνω που ξεκίνησαν αγωγή με βιολογικούς παράγοντες  (Infliximab, Adalimumab, Ustekinumab ή Vedolizumab) στο Τμήμα μας. Μεταξύ των ασθενών που συμπεριλήφθηκαν, αξιολογήθηκε η κλινική ύφεση στις 54 εβδομάδες θεραπείας. Στη νόσο του Crohn η ύφεση ορίστηκε ως CDAI < 150, ενώ στην ελκώδη κολίτιδα ως συνολικό Mayo σκορ <2.

Αποτελέσματα: Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 121 ασθενείς (92 CD και 29 UC). Η ένδειξη για χορήγηση βιολογικών ήταν η προηγούμενη αποτυχία ή ανάγκη αντικαταστάσης των κλασικών ανοσοκατασταλτικών (35,28.9%), η εξάρτηση στα κορτικοστεροειδή (31, 25.6%), η παρουσία περιπρωκτικής νόσου  (4,3.3%), η θεραπεία για μετεγχειρητική υποτροπή (12,9.9%), η σοβαρή ελκώδης κολίτιδα (16, 13.2%), και άλλοι λόγοι (23,19.0%). Στις 54 εβδομάδες θεραπείας, κλινική ύφεση παρατηρήθηκε σε 59 ασθενείς (48.7%). Επιμέρους ανάλυση δεν ανέδειξε στατιστικά σημαντικά διαφορές μεταξύ της επίτευξης ύφεσης στους ασθενείς που έλαβαν infliximab 19/36 (52.7%), adalimumab 16/32(50.0%), ustekinumab 11/26 (42.3%) και vedolizumab 13/27(48.1%).

Συμπέρασμα: Οι βιολογικοί παράγοντες έχουν ποσοστά ανταπόκρισης στους ηλικιωμένους ασθενείς παρόμοια με αυτά που περιγράφονται στο γενικό πληθυσμό.

 

P3. Ενεργοποίηση NETs και θρομβο-φλεγμονωδών δεικτών στην περιορισμένη μορφή Συστηματικής Σκλήρυνσης: μη ειδική συσχέτιση με κλινικό ή ορολογικό φαινότυπο

Βενετσανοπούλου  Α.Ι.1, Κολέτσος Ν.2, Ντινοπούλου Μ.1, Παπαγιάννη Ε.1, Βούλγαρη Π.2, Χρυσανθοπούλου Α.1

1Εργαστήριο Μοριακής Ανοσολογίας, Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

2Ρευματολογική Κλινική Π.Γ.Ν.Ι., Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

Εισαγωγή: Η συστηματική σκλήρυνση (ΣΣκ) είναι μια χρόνια αυτοάνοση νόσος που χαρακτηρίζεται από μικροαγγειακή βλάβη, ανοσολογική απορρύθμιση και τελικά ίνωση. Η αγγειοπάθεια αποτελεί πρώιμο και καθοριστικό γεγονός στην παθογένεση της νόσου. Οι εξωκυττάριες ουδετεροφιλικές παγίδες (neutrophil extracellular traps, NETs) εμπλέκονται σε διάφορες αγγειοπάθειες, ωστόσο ο ρόλος τους στη ΣΣκ δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς.

Σκοπός της μελέτης: Η διερεύνηση της εμπλοκής των NETs και φλεγμονωδών/θρομβωτικών μεσολαβητών στην περιορισμένη ΣΣκ και η πιθανή συσχέτισή τους με αγγειακές επιπλοκές.

Μέθοδοι: Στη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση περιορισμένης ΣΣκ (κριτήρια ACR/EULAR 2013) και υγιείς δότες. Πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις στο πλάσμα και ορό για NETs (citrullinated histone-3, citH3), IL-1β, σύμπλοκα θρομβίνης αντι-θρομβίνης (Thrombin-Antithrombin Complex, TAT) και τελικό σύμπλοκο συμπληρώματος (Terminal Complement Complex, TCC) με χρήση ELISA. Ακολούθησαν συγκρίσεις μεταξύ ομάδων και υπο-αναλύσεις βάσει αγγειακής συμμετοχής και αυτοαντισωματικού προφίλ (ACA vs anti-Scl-70).

Αποτελέσματα: Συνολικά συμμετείχαν 16 ασθενείς (μέση ηλικία 66,21±10,26 έτη, 87,5% γυναίκες) και 16 υγιείς δότες. Από τους ασθενείς, 6 εμφάνιζαν αγγειακές επιπλοκές [ισχαιμικά έλκη δακτύλων (n=4) ή/και πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (n=2)], ενώ 10 δεν παρουσίαζαν οργανικές αγγειακές βλάβες. Οι ασθενείς παρουσίασαν σημαντικά αυξημένα επίπεδα citH3, IL-1β, TAT και TCC συγκριτικά με τους υγιείς δότες (p<0.001). Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ασθενών με ή χωρίς αγγειακές επιπλοκές. Ομοίως, δεν εντοπίστηκαν διαφορές μεταξύ ACA-θετικών και anti-Scl-70-θετικών ασθενών.

Συμπεράσματα: Τα ευρήματα υποδεικνύουν ενεργοποίηση NETs και θρομβο-φλεγμονωδών μηχανισμών στην περιορισμένη ΣΣκ, ανεξαρτήτως αγγειακής συμμετοχής. Μελλοντικές μελέτες με μεγαλύτερο δείγμα και προηγμένα αναλυτικά εργαλεία είναι αναγκαίες για πληρέστερη κατανόηση της αγγειοπάθειας στη ΣΣκ.

Ευχαριστίες: Η μελέτη υποστηρίχθηκε με ερευνητική χρηματοδότηση από την Ελληνική Ρευματολογική Εταιρεία & Επαγγελματική Ένωση Ρευματολόγων Ελλάδος (Αριθμ. απόφαση1348/22-12-2023).

 

P4. Η αποτελεσματικότητα του Upadacitinib σαν θεραπεία πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση της μέτριας-βαριάς Ελκώδους Κολίτιδας

Μουσουράκης Κ., Κοζομπόλη Δ., Αγορογιάννη Α., Καλόγηρος Γ., Καραμπάτσος Β., Νούσιας Γ., Προβή Δ., Φιαγκουσάκης Κ., Μυλωνάς Ι., Γεωργιλής Ε., Λάππας Ι., Ραλλάτου Μ., Χρηστίδου Α., Μελά Μ., Αρχαύλης Ε., Παπαστεργίου Β., Βιάζης Ν. 

Γαστρεντερολογικό Τμήμα. Γ.Ν.Α. «Ο Ευαγγελισμό - Πολυκλινική», Αθήνα

 

Σκοπός: Να εκτιμηθεί η κλινική ανταπόκριση, την εβδομάδα 8, των ασθενών με μέτρια – βαριά ελκώδη κολίτιδα που έλαβαν Upadacitinib σαν θεραπεία πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση της νόσου τους.

Mέθοδοι: Προοπτική καταγραφή δεδομένων από τους ασθενείς που δεν είχαν λάβει βιολογικούς παράγοντες στο παρελθόν και ξεκίνησαν αγωγή με Upadacitinib για μέτρια-βαριά ελκώδη κολίτιδα στο Τμήμα μας. Το Upadacitinib χορηγήθηκε σε δόση 45 mg, άπαξ ημερησίως per os και η κλινική ανταπόκριση την εβδομάδα 8 ορίστηκε ως η μείωση του μερικού Mayo score κατά τουλάχιστον 2 μονάδες, ενώ παράλληλα δεν υπήρξε ανάγκη για αύξηση της δόσης των κορτικοστεροειδών (εφόσον οι ασθενείς τα ελάμβαναν) ή ανάγκη για έναρξη κορτικοστεροειδών. Οι ασθενείς που αναγκάστηκαν να διακόψουν τη θεραπεία με Upadacitinib πριν το τέλος των 8 εβδομάδων, λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, θεωρήθηκε ότι δεν ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία.

Aποτελέσματα: Συνολικά 16 ασθενείς (άντρες = 9, γυναίκες = 7), με μέση ηλικία (SD) = 31.8 (16.2) εντάχθηκαν στη μελέτη. Η μέση διάρκεια νόσου (SD) ήταν 5.4 (7.6) έτη. Η νόσος ήταν πανκολίτιδα, αριστερόπλευρη κολίτιδα σε 8 και 4 ασθενείς αντίστοιχα. Οι ασθενείς δεν είχαν λάβει θεραπεία με βιολογικό παράγοντα στο παρελθόν, όλοι ελάμβαναν παράλληλα 5-ASA, ενώ 3 (28.7%) ασθενείς ελάμβαναν και κορτικοστεροειδή κατά την έναρξη της θεραπείας με upadacitinib. Ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε 1 ασθενή (τρανσαμινασαιμία) χωρίς όμως να απαιτηθεί διακοπή της θεραπείας για το λόγο αυτό. Κλινική ανταπόκριση την εβδομάδα 8 παρατηρήθηκε σε 13 ασθενείς (81.3%).

Συμπέρασμα: Το Upadacitinib εμφανίζει ψηλά ποσοστά κλινικής ανταπόκρισης σαν θεραπεία πρώτης γραμμής την εβδομάδα 8 σε ασθενείς με μέτρια – βαριά ελκώδη κολίτιδα.

 

P5. Τριχοειδοσκοπική αξιολόγηση μικροαγγειακών χαρακτηριστικών σε ασθενείς με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα με και χωρίς διάμεση πνευμονική νόσο

Βενετσανοπούλου  Α.Ι.1,Κολέτσος Ν.1,  Γουλές Α.², Βλαχογιαννόπουλος Π.², Δρόσος Α.1, Τζιούφας Α.², Βούλγαρη Π.1

1Ρευματολογική Κλινική Π.Γ.Ν.Ι., Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

2Τμήμα Παθολογικής Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Εισαγωγή: Η διάμεση πνευμονική νόσος (ILD) αποτελεί σοβαρή εξωαρθρική επιπλοκή της Ρευματοειδούς Αρθρίτιδας (ΡΑ). Η τριχοειδοσκόπηση (Nailfold Capillaroscopy,NFC) μπορεί να αναδείξει μικροαγγειακές αλλοιώσεις, ωστόσο η σχέση της με τους υποτύπους ILD παραμένει υπό διερεύνηση.

Σκοπός μελέτης: Η ανάλυση τριχοειδοσκοπικών ευρημάτων σε ΡΑ-ILD ασθενείς, συγκριτικά με ασθενείς χωρίς ILD, και η αξιολόγηση των ευρημάτων με τους υποτύπους ILD.

Μέθοδοι: Μελετήθηκαν ασθενείς με ΡΑ, με και χωρίς ILD, αντιστοιχισμένοι κατά ηλικία, φύλο, διάρκεια νόσου. Πραγματοποιήθηκε NFC (σύστημα ADB-VIDEOCAP, λογισμικό ανάλυσης-VideoCap®-3.0).

Αποτελέσματα: Συνολικά συμμετείχαν 68 ασθενείς (34 σε κάθε ομάδα), μέση ηλικία 57,8±11 έτη, 67,2% άνδρες. Από τους ΡΑ-ILD ασθενείς, 14 παρουσίαζαν πρότυπο NSIP, 13 UIP και 7 ευρήματα συμβατά με ILA (Interstitial Lung Abnormalities). Στην ομάδα NSIP, 76% λάμβανε μυκοφαινολικό, 68% κορτικοστεροειδή και 54% βιολογικούς παράγοντες(Rituximab). Στην UIP, 54% λάμβανε μυκοφαινολικό, 31% nintedanib και 62% κορτικοστεροειδή. Στην ομάδα χωρίς ILD, το 73% ελάμβανε cDMARDs,  62% κορτικοστεροειδή και 65% βιολογικούς παράγοντες.

Η τριχοειδική πυκνότητα στην ομάδα NSIP ήταν σημαντικά μειωμένη συγκριτικά με την UIP (6,0±0,8 έναντι 6,8±0,7 capillaries/mm αντίστοιχα, p=0,04) και την ομάδα χωρίς ILD (7,8±0,5 capillaries/mm, p<0,001). Οι ασθενείς με ILA εμφάνιζαν ενδιάμεσες τιμές (7,1±0,6), χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές από τις άλλες ομάδες. Παρατηρήθηκαν επιμηκυμένα τριχοειδή σε όλες τις ομάδες, χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Δεν εντοπίστηκαν άλλες σημαντικές διαφοροποιήσεις στα μορφολογικά χαρακτηριστικά.

Συμπεράσματα: Η σημαντική μείωση της τριχοειδικής πυκνότητας στον υποτύπο NSIP υποδηλώνει αυξημένη μικροαγγειακή διαταραχή. Η τριχοειδοσκόπηση παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες για τη μικροαγγειακή συμμετοχή στη ΡΑ-ILD, αν και η διακριτική της ικανότητα μεταξύ των υποτύπων ILD παραμένει περιορισμένη.

Ευχαριστίες: Η μελέτη υποστηρίχθηκε με ερευνητική χρηματοδότηση από την Ελληνική Ρευματολογική Εταιρεία & Επαγγελματική Ένωση Ρευματολόγων Ελλάδος (Αριθμ. απόφαση1087/21-12-2021).

 

P6. Ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ΙΦΝΕ) και Αξονική Σπονδυλοαρθροπάθεια. Η ελληνική εμπειρία

Καραμπάτσος Β., Χρηστίδου Α., Αρχαύλης Ε., Νούσιας Γ., Ραλλάτου Μ., Αγορογιάννη Α., Θέμελη Στ., Λάππας Ι., Βεργενάκη Ε., Σοφιανόπουλος Δ., Πάτση Μ., Μυλωνάς Ι., Παπαρίζου Α., Αρβανίτης Κ., Κανελλόπουλος Π. Ι., Παπαστεργίου Β., Μελά Μ., Βερετάνος Χ., Μουσουράκης Κ., Βιάζης Ν.

Γαστρεντερολογικό Τμήμα, ΓΝΑ «Ο Ευαγγελισμός – Πολυκλινική», Αθήνα

 

Εισαγωγή - Σκοπός: Τα Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου (ΙΦΝΕ) συνοδεύονται συχνά από εξω-εντερικές εκδηλώσεις, κυρίως από τις αρθρώσεις. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αναδείξει την επίπτωση και τη συχνότητα εμφάνισης εξω-εντερικών εκδηλώσεων από τις αρθρώσεις σε ασθενείς με ΙΦΝΕ.

Μέθοδοι: Αναδρομική ανάλυση δεδομένωναπό ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα (ΕΚ) και νόσο του Crohn(ΝC) που παρακολουθήθηκαν προοπτικά στο κέντρο μας. Εκτιμήθηκε η παρουσία εξω-εντερικών εκδηλώσεων από τις αρθρώσεις και πιο συγκεκριμένα η παρουσία ιερο-λαγονίτιδας, αξονικής σπονδυλοαρθροπάθειας ή περιφερικής αρθρίτιδας, σύμφωνα και με την εκτίμηση των ρευματολόγων του νοσοκομείου μας.

Αποτελέσματα: Στη βάση δεδομένων του Τμήματος είναι καταγεγραμένοι 943 ασθενείς με ΙΦΝΕ (ΕΚ=441, ΝC=502) και από τους ασθενείς αυτούς, 194(20.5%) εμφανίζουν παράλληλα εξω-εντερικές εκδηλώσεις από τις αρθρώσεις. Ιερολαγονίτιδα εμφανίζουν 72 ασθενείς (7.6%) και πιο συγκεκριμένα 19 ασθενείς με ΕΚ (19/441, 4.3%) και 53 ασθενείς με ΝC (53/502, 10.5%). Αξονική σπονδυλοαρθροπάθεια εμφανίζουν συνολικά 13 ασθενείς (1.3%) και πιο συγκεκριμένα 5 ασθενείς με ΕΚ (5/441, 1.1%) και 8 ασθενείς με ΝC (8/502, 1.6%). Τέλος, περιφερική αρθρίτιδα εμφανίζουν 109 ασθενείς (11.5%) και πιο συγκεκριμένα 35 ασθενείς με ΕΚ (35/441, 7.9%) και 74 ασθενείς με ΝC (74/502, 14.7%).

Συμπέρασμα: Hεμφάνιση εξω-εντερικών εκδηλώσεων από τις αρθρώσεις είναι συχνή σε ασθενείς με ΙΦΝΕ, με συχνότερη την εμφάνιση περιφερικής αρθρίτιδας.

 

P7. Ψωριασική Αρθρίτιδα όψιμης έναρξης: δεδομένα από μία πολυκεντρική μελέτη

Καραγιαννη Σοφία 1*, Ελευθεράκη Αναστασία 1* Παπαγόρας Χαράλαμπος 2, Γαζή Σουζάνα 3, Μολέ Ευαγγελία 3, Κρικέλης Μιχάλης 3, Βούλγαρη Παρασκευή 4, Καλτσονούδης Ευριπίδης5, Κολέτσος Νικόλαος 4,6, Μπούμπας Δημήτριος 7, Κατσιμπρή Πελαγία 7, Κατσιφής-Νεζης Δημήτριος 7, Δημητρούλας Θεόδωρος 8, Κούγκας Νικόλαος 8, Σφηκάκης Π. Πέτρος 1, Τεκτονίδου Γ. Μαρία1, Βασιλάκης Κωνσταντίνος 1, Μπογδάνος Δημήτριος 9, Σιμόπουλου Θεοδώρα 9, Κουτσιανάς Χρήστος 10, Μαυρέα Ευγενία 10, Κατσιφής Γκίκας 11, Κώττας Κωνσταντίνος 11, Κώνστα Μαρία 12, Τζαφάλια Ματθούλα 12, Καταξάκη Ευαγγελία 13, Καλαβρή Ελένη 14, Κλαυδιανού Καλλιόπη 14, Καραμανάκος Αναστάσιος 15, Ξυνογαλας Ιωάννης 15, Δαούσης Δημήτριος 16, Ηλιόπουλος Γεώργιος 16, Μπουρνάζος Ηλίας 17, Γεωργανάς Κωνσταντίνος 17, Πατρίκος Δήμος 17, Βασιλόπουλος Δημήτριος10, Φραγκούλης Ε. Γιώργος1,18

*equal contribution

1Joint Academic Rheumatology Program, 1st Department of Propedeutic and Internal Medicine, National and Kapodistrian University of Athens Medical School, Athens, Greece.

21st Department of Internal Medicine, University Hospital of Alexandroupolis, Democritus University of Thrace, Alexandroupolis, Greece

3Department of Rheumatology, KAT Hospital, Athens, Greece

4Department of Rheumatology, School of Health Sciences, Faculty of Medicine, University of Ioannina

5Department of Rheumatology, Chatzikosta General Hospital 45445, Ioannina Greece

63rd Department of Internal Medicine, Papageorgiou General Hospital, Aristotle University of Thessaloniki, 56429, Thessaloniki, Greece

7Joint Academic Rheumatology Program, 4th Department of Internal Medicine, Attikon University Hospital, National and Kapodistrian University of Athens Medical School, Athens, Greece.

84th Department of Medicine, Aristotle University, Thessaloniki, Greece

9Department of Rheumatology and Clinical Immunology, University of Thessaly, Larissa, Greece.

10Joint Academic Rheumatology Program, Clinical Immunology, Rheumatology Unit, 2nd Department of Medicine and Laboratory, National and Kapodistrian University of Athens Medical School, General Hospital of Athens “Hippokration”, Athens, Greece.

11Rheumatology Clinic, Naval Hospital of Athens, Athens, Greece.

12Rheumatology Unit, Sismanoglio Hospital, Athens, Greece

13Rheumatology Department, General Hospital Elefsinas Thriaseio, Athens, Greece.

14Department of Rheumatology, "Asklepieion" General Hospital, Athens, Greece.

15Department of Rheumatology, Evaggelismos Athens General Hospital, Athens, Greece.

16Department of Rheumatology, Patras University Hospital, University of Patras Medical School, Patras, Greece.

17Private practice, Athens, Greece

18School of Infection and Immunity, University of Glasgow, Glasgow, UK

 

Ένα υποσύνολο των ασθενών με Ψωριασική Αρθρίτιδα (ΨΑ) εμφανίζει έναρξη της νόσου μετά την ηλικία των 60 ετών (ΨΑ όψιμης έναρξης-Late onset psoriatic arthritis [LoPsA]). Στόχος της παρούσας (cross-sectional) μελέτης ήταν η διερεύνηση των κλινικών και επιδημιολογικών χαρακτηριστικών, της έκβασης και των θεραπευτικών προτύπων των ασθενών με LoPsA.

Στην πολυκεντρική μελέτη εντάχθηκαν 805 ασθενείς με ΨΑ. Από αυτούς, 130 (16%) ταξινομήθηκαν ως LoPsA (έναρξη νόσου≥60 έτη). Πραγματοποιήθηκαν μονοπαραγοντικές αναλύσεις για τη σύγκριση των χαρακτηριστικών της LoPsA με την υπόλοιπη κοορτή και λογιστική παλινδρόμηση για την αναγνώριση ανεξάρτητων συσχετιζόμενων παραγόντων.

Μετά τον έλεγχο για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, οι ασθενείς με LoPsA ήταν λιγότερο πιθανό να αναφέρουν οικογενειακό ιστορικό ψωρίασης (adjusted Odds Ratio [adOR] 0.18; 95% Confidence Interval [CI]: 0.05–0.64). Τη στιγμή της διάγνωσης, παρουσίαζαν υπερδιπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης πολυαρθρίτιδας (adOR 2.13; 95% CI: 1.11–4.09), ενώ στην πορεία της νόσου εμφάνιζαν 50% χαμηλότερη πιθανότητα ανάπτυξης ενθεσίτιδας (adOR 0.50; 95% CI: 0.26–0.98). Οι ασθενείς με LoPsA είχαν μεγαλύτερο επιπολασμό σακχαρώδη διαβήτη (adOR 3.17; 95% CI: 1.56–6.43) και αρτηριακής υπέρτασης (adOR 4.03; 95% CI: 2.02–8.04), καθώς και αυξημένο κίνδυνο μείζονων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων (MACEs, adOR 4.83; 95% CI: 1.56–14.92). Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη θεραπεία και στην έκβαση της νόσου (ακτινογραφική βλάβη, δύσκολη-στη-θεραπεία ΨΑ, αρθροπλαστικές) μεταξύ των δύο υποομάδων ασθενών.

Συμπερασματικά, η LoPsA σχετίζεται με πολυαρθρική προσβολή, χαμηλότερη συχνότητα ενθεσίτιδας και υψηλότερο φορτίο συννοσηροτήτων και καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Ωστόσο, δεν διαφοροποιείται στα θεραπευτικά πρότυπα και την έκβαση της νόσου έναντι της ΨΑ που ξεκινά σε μικρότερη ηλικία.

 

P8. Εκτίμηση της Οστεοπόρωσης σε άνδρες ασθενείς με ρευματικά νοσήματα σε σχέση με το γενικό πληθυσμό

Σούφλα Α.1, Βρέκου Α.1, Πιτσίλκα Δ.1, Ζαφειράκης Α.2, Ηλιόπουλος Α.1

1Ρευματολογικό Τμήμα, Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα

2Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα

 

Εισαγωγή: Η ανδρική οστεοπόρωση παραμένει υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευμένη, ακόμη και σε ασθενείς σε ρευματολογικό περιβάλλον, παρά το ότι οι σύγχρονες οδηγίες συνιστούν μέτρηση οστικής πυκνότητας (ΜΟΠ) σε όλους τους άνδρες άνω των 65 ετών, καθώς και στους νεότερους με υποκείμενα νοσήματα.

Σκοπός: Σκοπός της μελέτης αποτελεί η καταγραφή των ανδρών που υποβάλλονται σε ΜΟΠ στο γενικό πληθυσμό, και σε όσους παρακολουθούνται για διάφορες παθήσεις σε  ρευματολογικό ιατρείο.

Μέθοδοι: Καταγραφή δεδομένων ΜΟΠ σε άντρες ασθενείς που προσέρχονται στο ρευματολογικό ιατρείο με υποκείμενο φλεγμονώδες ρευματολογικό νόσημα και σύγκριση με άντρες του γενικού πληθυσμού που υποβλήθηκαν σε ΜΟΠ στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ από 1/1/2023 έως 31/5/2025.

Αποτελέσματα: Σε δείγμα 487 διαδοχικών ασθενών που προσήλθαν στο εξωτερικό ρευματολογικό ιατρείο του νοσοκομείου ΝΙΜΤΣ 94 ήταν άνδρες (19.3%). Από αυτούς, οι 79 (16.2%) ήταν ηλικίας άνω των 65 ετών και σε αυτούς είχαν υποβληθεί σε μέτρηση οστικής πυκνότητας μόνο τρεις (3.8%). Αντιοστεοπορωτική αγωγή ελάμβαναν 4 άνδρες (5%), 2 εξ αυτών συνταγογραφημένη από ιατρούς άλλης ειδικότητας. Στο σύνολο 94 ανδρών, καταγράφηκαν 9 (11.4%) ηλικίας >50 ετών που είχαν λάβει κορτικοστεροειδή για υποκείμενο ρευματολογικό νόσημα και εξ αυτών μόνο δύο (22.2%) είχαν υποβληθεί σε μέτρηση οστικής πυκνότητας. Στις τελευταίες 826 μετρήσεις DXA στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ 66 ήταν άνδρες (7.99%), και μόνο 4 (0.4%) είχαν παραπεμφθεί από ρευματολογικό ιατρείο λόγω ρευματολογικού νοσήματος. Σύγκριση με τα αντίστοιχα δεδομένα του έτους 2008 (άνδρες 2.5%), και του 2020 (άνδρες 4%), έδειξε μικρή προοδευτική αύξηση στο ποσοστό των ανδρών που υποβάλλονται σήμερα σε ΜΟΠ. Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν τη χαμηλή εγρήγορση και ευαισθητοποίηση των ρευματολόγων αναφορικά με την έγκαιρη διάγνωση και την παρακολούθηση της οστεοπόρωσης στους άνδρες ασθενείς τους.

Συμπεράσματα:  Η οστεοπόρωση στους άνδρες παραμένει υποδιαγνωσμένη σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες και επιπλέον δεν διαγιγνώσκεται ούτε σε άνδρες με ρευματικά νοσήματα, εύρημα που είναι αντίστοιχο των δεδομένων της διεθνούς βιβλιογραφίας.

 

P9. Παρακολούθηση θεραπευτικών επιπέδων του Pembrolizumab και συσχέτιση με τα θεραπευτικά αποτελέσματα στον προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα

Τρόντζας Ι.1, Παλαιολόγου Α.2, Καμπέρη Ν.2, Γεωργαντά Α.1, Παναγιώτου Ε.1, Ορφανού Ι-Μ.2, Κυριακούλης Κ.1, Βαθιώτης Ι.1, Κοττέας Η.1, Γράψα Δ.1, Ταμβακόπουλος Κ.2, Συρίγος Κ.1

1Ογκολογική Μονάδα, Γ’ Πανεπιστημαική Παθολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο ΕΚΠΑ, ΓΝΝΘΑ «Η ΣΩΤΗΡΙΑ», Λεωφ. Μεσογείων 152, Αθήνα, Ελλάδα, 11527

2Κέντρο Κλινικής Έρευνας, Πειραματικής Χιερουργικής και Μεταφραστικής Έρευνας, Τομέας Φαρμακολογίας-Φαρμακοτεχνολογίας, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ), Σορανού Εφέσιου 4, Αθήνα, Ελλάδα, 11527

3Κέντρο Κλινικής Έρευνας, Πειραματικής Χιερουργικής και Μεταφραστικής Έρευνας, Τομέας Φαρμακολογίας-Φαρμακοτεχνολογίας, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ), Σορανού Εφέσιου 4, Αθήνα, Ελλάδα, 11527

Υπόβαθρο: Η χρησιμότητα της θεραπευτικής παρακολούθησης φαρμάκων (therapeutic drug monitoring, TDM) για τους αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος (immune checkpoint inhibitors, ICIs) είναι περιορισμένη λόγω σημαντικών φαρμακοκινητικών προκλήσεων. Ο καλύτερος χαρακτηρισμός της σχέσης έκθεσης–αποτελέσματος των ICIs μπορεί να ενισχύσει την αντικαρκινική ανταπόκριση και να περιορίσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό (immune-related adverse events, irAEs).

Ασθενείς/Μέθοδοι: Υλοποιήσαμε ένα προοπτικό πρωτόκολλο TDM για την ποσοτικοποίηση των κατώτατων επιπέδων (Cmin) του pembrolizumab χρησιμοποιώντας ένα εμπορικά διαθέσιμο κιτ ELISA. Στη μελέτη εντάχθηκαν 31 ασθενείς με προχωρημένο μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) που έλαβαν μονοθεραπεία με pembrolizumab, και πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές μετρήσεις Cmin στο πλάσμα προθεραπευτικά (T0), πριν από τη δεύτερη έγχυση (T1), στους τρεις μήνες (T2), στους έξι μήνες (T3) και στο ένα έτος (T4). Καταγράφηκαν επίσης οι βασικές κλινικοπαθολογικές και ορολογικές παράμετροι. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για δύο έτη και διενεργήθηκαν συσχετίσεις με τα κλινικά αποτελέσματα (αποτελεσματικότητα και τοξικότητα).

Αποτελέσματα: Τα επίπεδα Cmin στο πλάσμα αυξήθηκαν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου (p<0.0001). Η διαφορά ήταν πιο έντονη μετά το T2 (T1 έναντι T2, p<0.001) και παρέμεινε σταθερά υψηλή μετά το T3 (T3 έναντι T4, p=0.25). Υψηλότερα επίπεδα Cmin σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία συσχετίστηκαν σημαντικά με την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Επιπλέον, υψηλότερα επίπεδα Cmin συσχετίστηκαν με αυξημένο αριθμό συστημάτων που επηρεάστηκαν από irAEs. Τα υψηλά προθεραπευτικά επίπεδα αλβουμίνης και ο χαμηλός αριθμός συννοσηροτήτων παρουσίασαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με υψηλότερα επίπεδα Cmin του φαρμάκου.

Συμπεράσματα: Τα ευρήματά μας αναδεικνύουν τον πιθανό ρόλο του TDM για τους ICIs στην κλινική πράξη. Η συσχέτιση υψηλότερων επιπέδων Cmin σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία με ευνοϊκότερα αποτελέσματα της θεραπείας υποδηλώνει ότι τα επίπεδα pembrolizumab μπορεί να αποτελούν βιοδείκτη επιτυχίας της ανοσοθεραπείας στον ΜΜΚΠ. Η θεραπευτική παρακολούθηση φαρμάκων για τους ICIs ενδέχεται στο μέλλον να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για στρατηγικές προσαρμογής της δόσης.

 

P10. Η πολυετής παρακολούθηση ασθενών με Λέμφωμα σχετιζόμενο με τη νόσο του Sjögren αποκαλύπτει πολλαπλά σοβαρά συμβάματα τόσο από το Λέμφωμα όσο και από το Sjögren

Πάλλα Π., Παναγιωτόπουλος Κ., Κουτσογιάννη Α., Στεργίου Ι., Βουλγαρέλης Μ., Γουλές Α., Τζιούφας Α., Χατζής Λ.

Κλινική και Εργαστήριο Παθολογικής Φυσιολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Εισαγωγή: Η σοβαρότερη κλινική εκδήλωση της νόσου του Sjögren (SjD) είναι η ανάπτυξη non-Hodgkin λεμφώματος που εμφανίζεται στο 5-10% των ασθενών. Ωστόσο τα δεδομένα σχετικά με την πορεία των ασθενών μετά το λέμφωμα είναι περιορισμένα.

Σκοπός της μελέτης: Να εξετάσει την κλινική πορεία και την έκβαση ασθενών με SjD μετά τη διάγνωση λεμφώματος.

Μέθοδοι: Διεξήχθη αναδρομική μελέτη παρατήρησης ασθενών με SjD/Λέμφωμα. Καταγράφηκαν ο τύπος του λεμφώματος, οι θεραπευτικές προσεγγίσεις και η πορεία του λεμφώματος και της νόσου SjD καθώς και μείζονα συμβάματα όπως οι σοβαρές λοιμώξεις και η θνητότητα.

Αποτελέσματα : 80 ασθενείς με SjD που ανέπτυξαν λέμφωμα συμπεριελήφθησαν στην μελέτη. Ο κύριος ιστολογικός τύπος ήταν το MALT λέμφωμα (72/80, 91,2%) με μέσο χρόνο εμφάνισης από τη διάγνωση της SjD τα 4 έτη. Στο 37,5% (30/80) προτάθηκε αναμονή και παρακολούθηση, ενώ το 62,5% (50/80) έλαβε θεραπεία. Από αυτούς 33 ασθενείς (41,2%) εμφάνισαν υποτροπή του λεμφώματος. Μετά από μέση παρακολούθηση 15 ετών, 19 ασθενείς απεβίωσαν (23,7%). Οκτώ θάνατοι  αποδόθηκαν στο υποκείμενο λέμφωμα ενώ στο 63,1% (12/19) των θανόντων υπήρχε υποτροπή του υποκείμενου λεμφώματος. Όσον αφορά την πορεία του post-lymphoma SjD, 34 (42,5%) ασθενείς παρουσίασαν νέα συστηματική δραστηριότητα της νόσου. Οι κλινικές εκδηλώσεις έξαρσης της SjD ήταν: πορφύρα(9 ασθενείς), αρθρίτιδα(8), διάμεση πνευμονοπάθεια(7), παρωτιδομεγαλία/λεμφαδενοπάθεια(6), νεφρική προσβολή(8), πολυνευροπάθεια(3) και προσβολή ΚΝΣ(1). Στις βιοψίες χείλους η μέση τιμή του Focus Score στους ασθενείς με  υποτροπή λεμφώματος αυξήθηκε από 4,49 (στη διάγνωση) σε 5,77 (μετά τη διάγνωση), ένω στους ασθενείς χωρίς υποτροπή λεμφώματος μειώθηκε από 4,2 σε 3,26. Τέλος, 10 ασθενείς παρουσίασαν σοβαρές λοιμώξεις. 

Συμπεράσματα: Η μακροχρόνια παρακολούθηση των SjD ασθενών με λέμφωμα αποκαλύπτει πληθώρα κλινικών εκδηλώσεων που σχετίζονται είτε με το λέμφωμα είτε με τη SjD και στις οποίες περιλαμβάνονται και σοβαρές λοιμώξεις.

 

P11. Τα fillers υαλουρονικού οξέος σε ασθενείς με σκληρόδερμα

Γκούβη Α., Λιαπής Ν.Μ., Κατσιάρη Χ., Μπόγδανος Δ., Σιμοπούλου Θ.

Κλινική Ρευματολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας

 

Εισαγωγή: Στην καθημερινή κλινική πρακτική ολοένα και περισσότεροι ασθενείς με συστηματική σκλήρυνση ή μορφέα εκφράζουν ενδιαφέρον για αισθητικές παρεμβάσεις. Ενώ η συνήθης κλινική πρακτική επικεντρώνεται στην ανοσοκαταστολή και στην διαχείριση της βασικής νόσου, τα ερωτήματα των ασθενών για αισθητικές παρεμβάσεις μένουν αναπάντητα. Τα fillers υαλουρονικού οξέος (ΗΑ) αποτελούν μια ελάχιστα επεμβατική παρέμβαση ωστόσο τα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα είναι περιορισμένα.

Σκοπός της μελέτης: Η παρούσα εργασία στοχεύει στην ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας ΗΑ fillers σε ασθενής με σκληρόδερμα.

Μέθοδοι: Έγινε αναζήτηση στις βάσεις PubMed, CENTRAL και clinicaltrials.gov έως τον Ιανουάριο του 2025. Δύο ανεξάρτητοι ερευνητές εξήγαγαν δεδομένα σχετικά με τον αριθμό ασθενών, το είδος νοσήματος, τις ιδιαιτερότητες των fillers, την τεχνική έγχυσης, τυχόν ανοσοκαταστολή, τη διάρκεια παρακολούθησης, κλινική αποτελεσματικότητα κ τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες.

Αποτελέσματα: Δεκαεπτά μελέτες πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Οι συχνότερες περιοχές έγχυσης ήταν το μέτωπο, τα χείλη και το πηγούνι. Ορισμένες μελέτες χρησιμοποίησαν συμπληρωματικές παρεμβάσεις όπως Botox ή Platelet Rich Plasma (PRP). Tα HA fillers συσχετίστηκαν με εξαιρετικά κοσμητικά αποτελέσματα και ικανοποίηση των ασθενών. Το εύρος διάνοιξης στόματος βελτιώθηκε σε ασθενείς με μικροστομία, ενώ τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα σε ασθενείς που δεν είχαν ενεργό φλεγμονή στο δέρμα. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες πλην εκχυμώσεων ούτε έξαρση υποκείμενου νοσήματος.

Συμπεράσματα: Παρά τα περιορισμένα κλινικά δεδομένα, φαίνεται ότι τα HA fillers αποτελούν μια ασφαλή και αποτελεσματική παρέμβαση που στοχεύει στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών με σκληρόδερμα.

Ευχαριστίες: Καμία χρηματοδότηση

 

P12. Η θεραπεία εξάλειψης των Βλεμφοκυττάρων σε ασθενείς με ανθεκτικό Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο: 10 χρόνια αργότερα

Στάβερη Χ.1, Λύκουρα Χ.1, Μελισσαρόπουλος Κ.2, Λιόσης Σ-Ν1

1Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, Ρευματολογικό Τμήμα, Πάτρα

2Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Ο Άγιος Ανδρέας», Ρευματολογικό Τμήμα, Πάτρα

Σκοπός: Αυτή η μελέτη πραγματικών δεδομένων συμπεριέλαβε ασθενείς με ανθεκτικό ΣΕΛ που έλαβαν θεραπεία με RTX με στόχο να μελετήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της θεραπείας εξάλειψης των Β λεμφοκυττάρων.

Μέθοδοι: Συμπεριλάβαμε ασθενείς με ΣΕΛ οι οποίοι 1) είχαν λάβει τουλάχιστον 1 κύκλο RTX και 2) είχαν τουλάχιστον 10 χρόνια παρακολούθηση μετά την πρώτη έγχυση RTX.  H ανταπόκριση εξετάσθηκε μετά από ένα έτος και μετά από ≥ 10 χρόνια μετά την πρώτη έγχυση.   Στις περιπτώσεις που μπορούσε να εφαρμοσθεί το cSLEDAI-2k, ως ανταπόκριση ορίσθηκε όταν cSLEDAI-2k

Αποτελέσματα: Το RTX χορηγήθηκε σε 62 ασθενείς με ΣΕΛ από 2 Ρευματολογικά Κέντρα της Βορειοδυτικής Ελλάδας. Για αυτήν τη μελέτη πραγματικών δεδομένων συμπεριλάβαμε 23 ασθενείς (25 περιπτώσεις) με ΣΕΛ (γυναίκες, ηλικίας 14 – 72 ετών, μ.ο. : 31 έτη) με ενεργό ή υποτροπιάζουσα νόσο, που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Η μέση διάρκεια νόσου ήταν 6 έτη (εύρος: 2 μήνες-27 έτη) κατά την πρώτη έγχυση RTX.  Οι κλινικές εκδηλώσεις κατά την χρονική στιγμή χορήγησης του RTX ήταν νεφρίτιδα λύκου σε 8 ασθενείς, αρθρίτιδα σε 6, νευροψυχιατρικός ΣΕΛ σε 4, αγγειΐτιδα σε 2, προσβολή πνευμόνων σε 3 και αιματολογικές ανωμαλίες σε 3. Το RTX χορηγήθηκε επίσης σε  1 ασθενή με ‘’ηπατίτιδα λύκου’’και σε 1 ασθενή με ανθεκτική στην θεραπεία με πλασμαφαίρεση και στεροειδή θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα.  Η θεραπεία με RTX ήταν αποτελεσματική στο 68.75% των ασθενών μας μετά από 1 έτος και στο 75% μετά από ≥10 έτη.  Το cSLEDAI-2K score μειώθηκε από 5.83 ± 3.70 στο baseline σε 1.95 ± 2.40 (p < 0.001) μετά από 1 έτος και σε 2.37 ± 3.00 (p < 0.001) μετά από ≥10 έτη παρακολούθησης.  Υποτροπή εμφανίστηκε σε 10 ασθενείς.  Η πρωιμότερη υποτροπή παρουσιάστηκε μετά πό 6 μήνες, ενώ η πιο όψιμη μετά πό 13 έτη από την πρώτη χορήγηση RTX. Οκτώ από τους ασθενείς που υποτροπίασαν έλαβαν ξανά RTX και 3 ανταποκρίθηκαν. Η μέση ημερήσια δόση κορτικοστεροειδών μειώθηκε τόσο μετά από 1 χρόνο όσο και μετά από ≥10 χρόνια, χωρίς όμως στατιστικά σημαντικές διαφορές.  Σχετικά με την ασφάλεια αναφέρουμε 1 θάνατο σχετιζόμενο με λοίμωξη COVID19, ιογενείς λοιμώξεις σε 2, VZV λοίμωξη σε 2, αλλεργικές αντιδράσεις σε 4 και μία περίπτωση όψιμης ουδετεροπενίας.

Συμπέρασμα: Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι το RTX μπορεί να αποτελεί μια εναλλακτική θεραπεία σε ασθενείς με ανθεκτικό ΣΕΛ με αποδεκτό προφίλ ασφάλειας και δυνητικά μακροπρόθεσμο όφελος.